Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2009

ΑΙΜΑΤΟΥΡΙΑ

Μια διαταραχή της ποιότητας των ούρων που χρειάζεται διερεύνηση.
Αιματουρία καλείται η παρουσία ερυθρών αιμοσφαιρίων στο ούρα.
Ανάλογα από τον αριθμό των αιμοσφαιρίων, αν είναι λίγα και δεν αλλάζει το διαυγές, αχειρόχρουν, χρώμα των ούρων, τότε μιλούμε για τη μικροσκοπική αιματουρία. Αν τα ούρα έχουν χρωματισθεί τότε μιλούμε για μακροσκοπική αιματουρία.
Όταν η αιματουρία δεν συνοδεύεται από άλλο σύμπτωμα , όπως πόνο ή τσούξιμο, τότε χαρακτηρίζεται σαν ανώδυνη αιματουρία.
Εάν η αιματουρία εμφανίζεται στην αρχή ή στο τέλος της ούρησης, έχουμε την αρχική ή την τελική αιματουρία. Τέλος αν όλη η ούρηση είναι αιματηρή, τότε μιλούμε για ολική αιματουρία.
Κάθε μορφή αιματουρίας, ιδιαίτερα η ολική ανώδυνη αιματουρία, πρέπει να θεωρείτε σαν σύμπτωμα πιθανής νεοπλασίας του ουροποιογεννητικού συστήματος. Άλλα αίτια αιματουρίας είναι η λιθίαση, οι φλεγμονές, ο τραυματισμός, η φυματίωση κ.λ.π.π.
Η διερεύνηση της αιματουρίας αρχίζει πάντα με τη λεπτομερή λήψη του ιστορικού, στο οποίο δίδετε ιδιαίτερη προσοχή στο τι προηγήθηκε της αιματουρίας, αν δηλαδή προϋπήρξε κάποιος τραυματισμός, ή πόνος, ή η λήψη κάποιας τροφής ή φαρμάκου, ή αν η αιματουρία παρουσιάσθηκε ξαφνικά χωρίς κανένα άλλο σύμπτωμα.

Μετά το ιστορικό ακολουθεί η προσεκτική κλινική εξέταση του ασθενούς, η ποία μεταξύ άλλων περιλαμβάνει την επισκόπηση για τυχών μώλωπες (ιδιαίτερα στις νεφρικές χώρες, υπερηβικά και στα γεννητικά όργανα) και την ψηλάφηση των περιοχών αυτών.
Οι εργαστηριακές εξετάσεις που θα ακολουθήσουν θα βοηθήσου στο να τεθεί με βεβαιότητα η διάγνωση.
Μία γενική ούρων θα αποδείξει την ύπαρξη των ερυθρών αιμοσφαιρίων και θα γίνει διαφοροδιάγνωση από άλλα αίτια που προκαλούν χρωματισμό των ούρων, όπως, η βρώση ορισμένων τροφών, η λήψη φαρμάκων, η αιμοσφαιρινουρία, ο ίκτερος κ.λ.π.
Η γενική αίματος πιθανόν να προσδιορίσει το μέγεθος της αιματουρίας.
Σε πολλές περιπτώσεις και εφόσον ο κλασικός έλεγχος δεν διαπιστώσει αιτία αιματουρίας, η κυτταρολογική εξέταση των ούρων μπορεί να βοηθήσει στον προσανατολισμό του ιατρού για περαιτέρω εξετάσεις.
Ο αιμορραγικός έλεγχος θα ξεκαθαρίσει αν η αιματουρία οφείλεται σε παθολογική πηκτικότητα του αίματος, αν και αυτό δεν αποκλείει την ύπαρξη νεοπλάσματος του ουροποιογενιτικού συστήματος.
Ο ακτινολογικός έλεγχος περιλαμβάνει στην αρχή μία απλή ακτινογραφία και ένα υπερηχογράφημα νεφρών, ουρητήρων και ουροδόχου κύστης. Η ενδοφλέβια πυελογραφία είναι μία εξέταση στην οποία εξετάζουμε την μορφολογία αλλά και την λειτουργικότητα του ουροποιητικού συστήματος και ιδιαίτερα χρήσιμη, ιδίως σε παθήσεις του ουρητήρα. Η αξονική τομογραφία, το σπινθηρογράφημα και η μαγνητική τομογραφία συμπληρώνουν πολλές φορές τον έλεγχο, συμβάλλοντας σημαντικά όχι μόνο στο να τεθεί η διάγνωση αλλά και στη σταδιοποίηση της νόσου.
Τα τελευταία χρόνια η ενδοουρολογία, με την ουρηθροκυστεοσκόπηση και την ουρητηροσκόπηση έχει παίξει καθοριστικό ρόλο στην πρώιμη διάγνωση των αιτίων της αιματουρίας αλλά και στην αποτελεσματική αντιμετώπισή τους.
Όχι σπάνια παρά τον έλεγχο που γίνετε μπορεί να μην βρεθεί το αίτιο μιας αιματουρίας. Τότε ο ασθενής τίθεται υπό παρακολούθηση και καλείται σε επανεξέταση σε τρεις μήνες, εκτός εάν παρουσιάσει εν τω μεταξύ παρουσιάσει μακροσκοπική αιματουρία, οπόταν και υποβάλλεται σε κυστεοσκόπηση με μεγάλη πιθανότητα να βρεθεί από πού αιμορραγεί ο ασθενής.
Η θεραπεία της αιματουρίας εξαρτάται από το αίτιο που την προκάλεσε. Σε μικρή αιματουρία η αντιμετώπιση του αιτίου γίνεται αφού ολοκληρωθεί ο απαραίτητος έλεγχος. Σε μεγάλη αιματουρία στην οποία υπάρχουν πήγματα αίματος στην ουροδόχο κύστη, τότε καθετηριάζετε ο ασθενής και γίνεται πλύση της ουροδόχου κύστης για να αφαιρεθούν τα πήγματα τα οποία συντηρούν την αιματουρία.
Να κρατήσουμε το ότι κάθε αιματουρία δεν σημαίνει και νεόπλασμα του ουροποιητικού, αλλά όμως σίγουρα ο ασθενής πρέπει να απευθυνθεί άμεσα στον ειδικό ιατρό.
Η κατά τακτά διαστήματα εξέταση των ούρων μπορεί να μας αποκαλύψει από πολύ νωρίς κάποια σοβαρή βλάβη του ουροποιογενιτικού συστήματός μας.

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2009

ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΟΥΡΟΔΟΥΧΟΥ ΚΥΣΤΕΩΣ

Η ουροδόχος κύστη είναι ένα κοίλο μυώδες όργανο που βρίσκεται στην ελάσσονα πύελο κάτω από την ηβική σύμφυση και η λειτουργία της είναι να αποθηκεύει τα ούρα για κάποιες ώρες έως ότου αποβληθούν δια μέσου της ουρήθρας. Αποτελείται από τρεις χιτώνες, το βλεννογόνο το μυϊκό και τον ορογόνο το δε επιθήλιο που καλύπτει το βλεννογόνο λέγεται μεταβατικό.
Ο καρκίνος της ουροδόχου κύστεως είναι ο 4ος σε συχνότητα καρκίνος στον άνδρα και 8ος στη γυναίκα.
Κάθε χρόνο σ όλο τον κόσμο διαγιγνώσκονται 250.000 νέες περιπτώσεις και πεθαίνουν από τη νόσο 120.000. Είναι πιο συχνός στους άνδρες και η σχέση ανδρών/ γυναικών είναι 3:1 αν και τα τελευταία χρόνια η σχέση αυτή τείνει να μειωθεί και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο αριθμός των γυναικών που καπνίζει αυξήθηκε κατακόρυφα. Είναι συχνός στις μεγάλες ηλικίες (60 και άνω χωρίς βέβαια να αποκλείονται οι μικρότερες ηλικίες) ενώ είναι σπάνιος στα παιδιά.

Παρά το γεγονός ότι το αίτιο δεν είναι γνωστό σήμερα πολλοί παράγοντες ενοχοποιούνται για την πρόκληση της νόσου.
Ο πρώτος παράγων πού σήμερα θεωρείται ως κύρια αιτία είναι το κάπνισμα. Τα καρκινογόνα συστατικά του καπνού που εισπνέει ο καπνιστής αποβάλλονται με τα ούρα και έτσι δρουν στο βλεννογόνο της κύστεως δεδομένου ότι τα ούρα παραμένουν για αρκετό χρόνο στη κύστη μέχρι να αποβληθούν. Από τις υπάρχουσες μελέτες φαίνεται πως οι καπνιστές έχουν 4 φορές περισσότερες πιθανότητες να πάθουν καρκίνο της κύστεως από τούς μη καπνιστές.
Ο δεύτερος συχνός αιτιολογικός παράγων είναι η έκθεση για μεγάλο χρονικό διάστημα σε διάφορα επαγγελματικά αίτια (χρώματα, αρωματικές αμίνες ανιλίνες). 'Aλλοι παράγοντες όπως η χρήση συνθετικών γλυκαντικών, η χρόνια λήψη αναλγητικών, η ακτινοθεραπεία της πυέλου, οι χρόνιες φλεγμονές έχουν ενοχοποιηθεί χωρίς να μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι είναι και το αίτιο.

Σήμερα ο καρκίνος της κύστεως χωρίζεται σε δύο μεγάλες κατηγορίες.
Επιφανειακός, είναι ο καρκίνος που εντοπίζεται στον βλεννογόνο.
Διηθητικός, ο καρκίνος εισχωρεί στο μυϊκό τοίχωμα και μπορεί να επεκταθεί και έξω από αυτό. Η διαίρεση αυτή έχει μεγάλη σημασία γιατί διαφέρει και η θεραπεία αλλά και η πρόγνωση.

Το κυριότερο σύμπτωμα της νόσου είναι η αιματουρία, η παρουσία δηλαδή αίματος στα ούρα με αποτέλεσμα να έχουν κόκκινο χρώμα.
Έχει τρία χαρακτηριστικά:
Είναι ολική δηλαδή όλα τα ούρα είναι κόκκινα.
Είναι ανώδυνος δηλαδή ο ασθενής δεν πονάει.
Είναι διαλείπουσα δηλαδή μπορεί να υπάρχει αίμα σε μία ούρηση και εν συνεχεία τα ούρα να είναι καθαρά για ημέρες η και πιο μεγάλο διάστημα( μήνες η χρόνια).
Αυτό είναι δυστυχώς μειονέκτημα γιατί ο ασθενής επαναπαύεται ενώ η νόσος προχωρεί.
Σπάνια ασθενής με καρκίνο της κύστεως δεν έχει αιματουρία. 'Aλλα συμπτώματα μπορεί να είναι η συχνουρία που δεν οφείλεται σε λοίμωξη ,ο πόνος που μπορεί να οφείλεται σε απόφραξη από πήγματα η σε διήθηση στα προχωρημένα στάδια της νόσου, καθώς και συμπτώματα από μεταστάσεις και τα οποία είναι ανάλογα του οργάνου στο οποίο εντοπίζεται η μετάσταση. Η αιματουρία λοιπόν είναι το κύριο σύμπτωμα χωρίς να σημαίνει πώς κάθε αιματουρία είναι και καρκίνος αλλά κάθε αιματουρία χρειάζεται έλεγχο ακόμη και όταν εμφανίζεται για μία φορά.

Η διάγνωση συνήθως τίθεται εύκολα με τη βοήθεια των εξετάσεων. Οι εξετάσεις που συνήθως μας βοηθούν στη διάγνωση είναι:
Κυτταρολογική ούρων( βρίσκουμε καρκινικά κύτταρα στα ούρα)
Υπερηχογράφημα
Ενδοφλέβια πυελογραφία και η κυστεοσκόπηση κατά την οποία εισάγεται στην κύστη ειδικό εργαλείο και έτσι μπορούμε να δούμε αν υπάρχει όγκος, ένας ή περισσότεροι, σε ποιο σημείο, τι μέγεθος έχει και εάν φαίνεται επιφανειακός ή διηθητικός.
Τελευταία υπάρχουν και έτοιμα αντιδραστήρια από τα οποία μικρή ποσότητα σε λίγα ούρα δίνει την απάντηση εάν υπάρχουν καρκινικά κύτταρα. Μετά τη διάγνωση μεγάλη σημασία έχει να γνωρίζουμε το στάδιο της νόσου εάν δηλαδή πρόκειται για επιφανειακό η διηθητικό καρκίνο. Αυτό επιτυγχάνεται με τη βοήθεια της αξονικής τομογραφίας, και του σπινθηρογραφήματος των οστών.
Η θεραπεία θα εξαρτηθεί από το είδος του καρκίνου αν δηλαδή πρόκειται για επιφανειακό η διηθητικό.
Θεραπεία επιφανειακού καρκίνου:
Επειδή οι όγκοι αυτοί σε μεγάλο ποσοστό που φθάνει και το 80% υποτροπιάζουν ο σκοπός της θεραπείας είναι αφ ενός να αφαιρεθεί ο όγκος και αφ ετέρου να προφυλάξουμε τον ασθενή από τις υποτροπές αλλά και από τον κίνδυνο να μεταπέσει σε διηθητικό. Γίνεται εκτομή του όγκου με ειδικό μηχάνημα που εισάγεται δια μέσου της ουρήθρας( διουρηθρική). Αφαιρούμε από το σημείο της βάσεως του όγκου και τμήμα του μυϊκού τοιχώματος με σκοπό να δούμε εάν υπάρχει διήθηση του μυϊκού χιτώνα της κύστεως. Τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιούμε και τα Laser για την καταστροφή των όγκων. Εν συνεχεία για την προφύλαξη του ασθενούς από τον κίνδυνο των υποτροπών γίνεται έγχυση στην κύστη κυτταροστατικών φαρμάκων ανά τακτά χρονικά διαστήματα Ο ασθενής υποβάλλεται σε έλεγχο με κυστεοσκόπηση για αρκετά χρόνια. Περίπου το 60-80% των ασθενών με επιφανειακό όγκου υποτροπιάζει και ένα 10-15% των επιφανειακών όγκων θα μεταπέσει σε διηθητικό.

Θεραπεία Διηθητικού καρκίνου κύστεως:
Επειδή πρόκειται για επιθετικό καρκίνο χρειάζεται άμεση και ριζική θεραπεία. Σήμερα τα καλύτερα αποτελέσματα επιτυγχάνονται με τη χειρουργική θεραπεία, κατά την οποία αφαιρείται η κύστης με τον προστάτη και τις σπερματοδόχες κύστεις (ριζική κυστεκτομή) και γίνεται είτε αντικατάσταση της κύστεως με τη δημιουργία νέας κύστεως από τμήμα εντέρου ώστε ο ασθενής να ουρεί φυσιολογικά ή σε περιπτώσεις που αυτό δεν είναι εφικτό γίνεται εκτροπή των ούρων στο κοιλιακό τοίχωμα και τα ούρα συλλέγονται σε ειδικό σάκο. Τα αποτελέσματα είναι πολύ καλά εφόσον η εγχείρηση γίνει στα αρχικά στάδια. Σε προχωρημένα στάδια, ή σε περιπτώσεις που ο ασθενής αρνείται την εγχείρηση ή δεν μπορεί να χειρουργηθεί για άλλους λόγους ( μεγάλη ηλικία, ύπαρξη νόσων που απαγορεύουν την επέμβαση) μπορεί να υποβληθεί σε ακτινοθεραπεία ή χημειοθεραπεία με λιγότερο καλά αποτελέσματα.
Τελειώνοντας τονίζεται ότι κάθε αιματουρία πρέπει να ελέγχεται χωρίς να σημαίνει πώς κάθε αιματουρία είναι και καρκίνος. Επίσης σε περίπτωση διηθητικού καρκίνου πρέπει να γίνεται γρήγορα η κυστεκτομή γιατί στα αρχικά στάδια μπορεί να οδηγήσει στην ίαση της νόσου και μάλιστα σήμερα με τη δυνατότητα δημιουργίας νέας κύστεως από τμήμα εντέρου η ποιότητα ζωής είναι άριστη δεδομένου ότι ο ασθενής ουρεί φυσιολογικά.




Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2009

ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΠΡΟΣΤΑΤΗ


Ο καρκίνος του προστάτη είναι ο πιο συχνά διαγιγνωσκόμενος καρκίνος στην Ευρώπη και η δεύτερη πιο συχνή αιτία θανάτου από καρκίνο, μετά τον καρκίνο του πνεύμονα.
Προσβάλει συνήθως άτομα άνω των 50 ετών και η συχνότητά του αυξάνει με την ηλικία.
Εκτός από την ηλικία, άλλος σημαντικός παράγοντας είναι η κληρονομικότητα.
Έτσι, η πιθανότητα ένα άτομο να έχει καρκίνο προστάτη διπλασιάζεται εάν το άτομο αυτό έχει συγγενή πρώτου βαθμού με καρκίνο προστάτη.
Άλλοι παράγοντες που αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου του προστάτη είναι η λήψη τροφών με υψηλή περιεκτικότητα σε ζωϊκά λίπη, η έκθεση σε βαριά μέταλλα κλπ.
Η βιολογική εξέλιξη του καρκινώματος του προστάτη, εξαρτάται από τον βαθμό κακοήθειας του νεοπλάσματος και την ηλικία στην οποία παρουσιάζεται το νεόπλασμα.
Η κλινική εξέταση του καρκίνου του προστάτη εξαρτάται σημαντικά από το στάδιο στο οποίο βρίσκεται όταν γίνεται για πρώτη φορά η διάγνωση.
Είναι φανερό ότι, όσο πιο πρώϊμα γίνεται η διάγνωση τόσο πιο ριζική είναι η αντιμετώπισή του για να μπορούμε να μιλούμε ακόμα και για ίαση της νόσου.
Άνδρες πάνω από 50 ετών, πρέπει τουλάχιστον μία φορά τον χρόνο να υποβάλλονται σε εξετάσεις για καρκίνο του προστάτη.
Το όριο της ηλικίας των 50 ετών, κατεβαίνει σε άτομα στα οποία στο άμεσο συγγενικό τους περιβάλλον υπάρχουν ασθενείς με καρκίνο του προστάτη.
Η ανακάλυψη μιας γλυκοπρωτεΪνης που παράγεται από τα προστατικά κύτταρα, του Ειδικού Προστατικού Αντιγόνου (PSA) και η εύκολη σήμερα ανίχνευσή του στο αίμα, κατέστησε δυνατόν να γίνονται σήμερα διαγνώσεις σε πιο πρώϊμο στάδιο και έτσι μπορούμε να έχουμε πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση του καρκίνου του προστάτη. Άνδρας πάνω από 50 ετών, με PSA κάτω από 4ng/ml επαναλαμβάνει την εξέταση κάθε έτος, εκτός εάν ο ιατρός του τον συμβουλεύσει για πιο συχνή εξέταση.
Άνδρας με PSA πάνω από 10ng/ml πρέπει να υποβάλλεται σε βιοψία προστάτη.
Όπως φαίνεται και από τα πιο πάνω, υπάρχει μια γκρίζα ζώνη μεταξύ PSA 4 και 10 ng/ml. Εκεί γίνονται συνδυασμοί μέτρησης στο PSA και ενός άλλου δείκτη, του Free PSA, όπου η διαίρεση της τιμής του Free PSA με την τιμή του ολικού PSA καθορίζει το αν ο ασθενής θα τεθεί υπό παρακολούθηση ή θα υποβληθεί σε βιοψία προστάτη.
Το PSA είναι ένας δείκτης ο οποίος όμως δυστυχώς δεν έχει μεγάλει εξειδίκευση, δηλαδή δεν αυξάνεται μόνο στον καρκίνο του προστάτη αλλά και σε άλλες παθήσεις του προστάτη όπως καλοήθη υπερτροφία προστάτου, προστατίτιδα κλπ.
Έτσι, μόνο η μέτρηση του PSA δεν είναι ασφαλής τρόπος για διάγνωση του καρκίνου του προστάτη αλλά πρέπει η εξέταση αυτή να συνδυάζεται και με άλλες εξετάσεις όπως η δακτυλική εξέταση του προστάτη.
Αν ληφθεί υπόψιν ότι το 30% των ασθενών που διαγιγνώσκονται με καρκίνο προστάτη έχουν φυσιολογικές τιμές στο PSA, μπορούμε να καταλάβουμε γιατί η δακτυλική εξέταση είναι και χρήσιμη και αναγκαία για την ψηλάφιση ανωμαλιών της επιφάνειας του προστάτη.
Επίσης, η δακτυλική εξέταση θα επιβεβαιώσει ή θα αξιολογήσει την φλεγμονή του προστάτη, που είναι μια από τις αιτίες που αυξάνουν το PSA.
Οι τιμές του PSA και η Κλινική (Δακτυλική) εξέταση, θέτουν μόνο τις υποψίες για καρκίνο του προστάτη. Την διάγνωση την βάζει μόνο η βιοψία του προστάτη.
Η βιοψία προστάτη, είναι μία απλή και σχεδόν ανώδυνη εξέταση, η οποία πρέπει να γίνεται όταν η τιμή του PSA είναι παθολογική ή όταν στην δακτυλική εξέταση βρεθούν ύποπτες σκληρίες του προστάτη.
Εφόσον η βιοψία είναι θετική και τίθεται η διάγνωση της νόσου του καρκίνου του προστάτη, τότε ο ασθενής πρέπει να υποβληθεί σε εξετάσεις για την σταδιοποίηση της νόσου, γιατί ο βαθμός κακοήθειας, το στάδιο επέκτασης της νόσου, η ηλικία του ασθενούς και η γενική κατάσταση του, είναι παράγοντες που θα καθορίσουν το είδος της θεραπείας που θα υποβληθεί ο ασθενής.
Για την σταδιοποίηση της νόσου, είναι απαραίτητη η αξονική τομογραφία Άνω και Κάτω Κοιλίας και το σπινθηρογράφημα οστών μιας και είναι γνωστό ότι ο καρκίνος του προστάτη δίνει πρώϊμη μετάσταση στα οστά.
Υπάρχουν πολλοί τρόποι θεραπείας του καρκίνου του προστάτη.
Όπως αναφέρθηκε και προηγουμενώς, η θεραπεία που θα ακολουθηθεί θα εξαρτηθεί από πολλούς παράγοντες.
Έτσι, δεν υπάρχει ιδανική θεραπεία αλλά κάθε θεραπεία πρέπει να εξατομικεύεται.
Η ριζική προστατεκτομή ή ακτινοθεραπεία ή βραχυθεραπεία ή ορμονοθεραπεία καθώς και ο συνδυασμός των ανωτέρω θεραπειών είναι τα είδη των θεραπειών για ασθενείς με καρκίνο προστάτη.
Η παρακολούθηση των PSA των ασθενών με καρκίνο προστάτη αποτελεί ασφαλή δείκτη της πορείας της νόσου.
Τελειώνοντας, πρέπει να επισημάνουμε ότι ο καρκίνος του προστάτη, είναι μία ιάσιμος ασθένεια εφόσον διαγνωσθεί έγκαιρα.
Η διάγνωση του καρκίνου του προστάτη, είναι σήμερα σχετικά εύκολη, με ανά τακτά χρονικά διαστήματα της μέτρησης του PSA και την κλινική εξέταση του ασθενούς.
Άνδρες άνω των 50 ετών πρέπει τουλάχιστον μία φορά τον χρόνο να υποβάλλονται σε εξέταση για καρκίνο του προστάτη.